Στα δεξιά βρίσκεται ο Γέροντας Ιωαννίκιος |
…Ο πατέρας Ιωαννίκιος είδε στον ύπνο του τον Άγιο Ιωάννη πολλές φορές και του έλεγε;«Να έρθεις πατέρα Ιωαννίκιε εδώ για να με ξεθάψεις!»Οταν το είπε στον ηγούμενο αυτός δεν το πίστεψε.Τότε εμφανίστηκε στον ύπνο ενός παλιού του φίλου,ενός Έλληνα ιερέα που έμενε στην Αμερική.
Αυτός ο ιερέας όταν ήρθε στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει,πήγε στο Πατριαρχείο να ρωτήσει:
-«Εγώ συχνά βλέπω στον ύπνο μου τον πατέρα Ιωάννη.Ξέρετε τι απέγινε;»
-«Μα για ποιόν Ιωάννη μας ρωτάς;
-«Τον Ιωάννη τον ρουμάνο που έμενε στην Αγία Άννα»
Τότε ένας από το πατριαρχείο που τον γνώριζε είπε:«Έχει πεθάνει εδώ και είκοσι χρόνια!»
-Μα εγώ τον βλέπω στον ύπνο μου συχνά!»
Τότε πήγε ο έλληνας ιερέας στην Μονή του Χοζεβά και βρήκε τον ηγούμενο Αμφιλόχιο,ο οποίος ήταν ο ηγούμενος όταν ζούσε ο Αγίος Ιωάννης.Και είπε:«Πρέπει οπωσδήποτε να πάω στην σπηλιά,στον τάφο του για να κάνω ένα τρισάγιο»
-«Μα δεν είναι ακόμη η στιγμή»είπε ο ηγούμενος.
«Να πάμε στον τάφο του οπωσδήποτε,εγώ τον είχα πνευματικό και τον είδα στον ύπνο μου πολλές φορές!»
Με τις επίμονες εκκλησεις του έλληνα ιερέως ο ηγούμενος πείστηκε να πάει μαζί του στον τάφο του Αγίου Ιωάννη.
Όταν έφτασαν στον τάφο βρισκόνταν εκεί και κάποιοι άλλοι πιστοί.Πήραν εκεί και τον πατέρα Ιωαννίκιο ,τον υποτακτικό του Αγίου Ιωάννου ο οποίος είπε:Ας κάνουμε ένα τρισάγιο στον τάφο του»
Έπειτα ο π.Παντελεήμων (ο έλληνας ιερέας)επέμενε να ανοίξουν τον τάφο του να τον ραντίσουν με κρασί και αγιασμό.
Ο ηγούμενος με διαφορες δικαιολογίες δεν ήθελε,λέγοντας ότι δεν έχουν εργαλεία.
Τελικά βρήκαν ένα πόμολο.Ο τάφος ήταν σ’ένα κούφωμα μιας πέτρας,τον είχε σκάψει ο Αγιος Ιωάννης με τα χέρια του.
-Δεν ήταν βαθύς ο τάφος;
-Το κούφωμα εκείνο ήταν περίπου μισό μέτρο και από πάνω είχαν βάλει μια σανίδα.
Όταν άρχισαν να σκάβουν έβγαιναν ευωδίες από τον τάφο.’Ολοι αισθάνθηκαν την ευωδία των αγίων λειψάνων.
-«Είναι μια φαντασίωση»είπε ο ηγούμενος.
-Μα πώς ηγούμενε αφου πρόκειται για μια ευωδία σαν λιβάνι.
– Θα είναι από το λιβάνι με το οποίο θυμιάσαμε προηγουμένως»είπε ο ηγούμενος
-‘Οχι πάτερ αυτή η ευωδία είναι διαφορετική!»
-Τελικά σκάβοντας λίγο ακόμη βρήκαν το καλιμαυχι του.Τραβώντας το……,τον βρήκαν άφθαρτο!Ήταν ακριβώς όπως τον είχαν βάλει στον τάφο.Τα γαλάζια μάτια του ήταν μισάνοιχτα.Τώρα είχαν ένα χρώμα γαλάζιο προς σταχτί.Τον έβγαλαν.Ο π.Παντελεήμων και π.Ιωαννίκιος επέμεναν να τον πάρουν στον ναό και τον έβαλαν στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου.Τον άφησαν εκεί και ειδοποίησαν το Πατριαρχείο
Ήρθε ο πατριάρχης και κάποιοι μητροπολίτες.Είχαν αμφιβολίες.Σκεφτόνταν μήπως πρόκειται για κάποια κατάρα.Έκαναν σαράντα Θείες Λειτουργίες και το λείψανο έμεινε αναλλοίωτο!
Ο π.Ιωαννίκιος επέμενε να μην τον θάψουν.Ο πατριάρχης και οι μητροπολίτες επέμεναν να τον ξαναθάψουν.Τελικά μέσα σ’έναν χρόνο οι τρεις μητροπολίτες και ο πατριάρχης πέθαναν!
-Γιατί πιστεύετε ότι ήθελαν να τον βάλουν πίσω στον τάφο;
-Ίσως επειδή ήταν άλλης εθνικότητος…Ίσως επειδή θα ερχόνταν στο μοναστήρι πολύς κόσμος.Τελικά άρχισαν να έρχονται πολλοί Ρουμάνοι από την διασπορά.Από την Αμερική και τον Καναδά.Ερχόνταν για να προσκυνήσουν τον Πανάγιο Τάφο και τον Άγ.Ιωάννη τον Χοζεβίτη
Άρχισε να κάνει θαύματα.Ένα σημάδι ήταν ο σχεδόν ταυτόχρονος θάνατος των μητροπολιτών.Μετά τον θάνατο του πατριάρχη,εξέλεξαν νέο πατριάρχη.Τελικά εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Διόδωρος,ο οποίος όταν ζούσε ο Άγ.Ιωάννης ήταν δραγουμάνος(γενικός έξαρχος όλων των μονών στους Αγίους Τόπους).
Ο νέος πατριάρχης ήξερε τον Άγιο Ιωάννη και όταν κάποιος σχολίασε τον άγιο εκείνος του είπε:«Όχι,εγώ τον γνωρίζω!Ήταν άγιος και εν ζωή!Εγώ ήμουν δραγουμάνος όταν ήρθε από την Ρουμανία.Ήταν σκληρός και αυστηρός με τον εαυτό του,πολύ σωστός και κατηγορηματικός.Πιστεύω ότι είναι άγιος!Εγώ δεν αμφιβάλλω για την αγιότητα του!
Την είχε ”πάθει”και εκείνος με τον άγιο.Όταν ήταν δραγουμάνος επισκεπτόνταν πολλά μοναστήρια.Μια φορά πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Σάββα,το οποίο ήταν μετόχι του πατριαρχείου,και ζήτησε από έναν δόκιμο να φέρει τις παγίδες και να πιάσει μερικά περιστέρια και να τα πάρει στο πατριαρχείο
Ο Άγιος Ιωάννης τον μάλωσε και χάλασε τις παγίδες.Εκείνος τότε παραπονέθηκε στον δραγουμάνο και ο δραγουμάνος τον ρώτησε:«Γιατί το έκανες αυτό;Εγώ του είπα να πιάσει τα περιστέρια για να τα πάρω στο πατριαρχείο!»
Τότε του λέει ο Άγ.Ιωάννης:«Πώς;Ο Άγιος Σάββας δεν έφαγε ούτε ένα μήλο στο μοναστήρι και εσείς θέλετε να πιάσετε περιστέρια για να τα φάτε;Εσύ είσαι καλόγερος και θέλεις να φας κρέας,ενώ ο Άγιος Σάββας δεν έτρωγε ούτε μήλα;
Μετά από αυτήν την συζήτηση,ο αρχιμανδρίτης τότε Διόδωρος δεν ξανάπιασε περιστέρι και άρχισε να τον σέβεται.Όταν έφτασε πατριάρχης είπε:«Εγώ ξέρω ότι ήταν ένας άγιος!»
πηγή περιοδικό ”Lumea Monahilor”αρ..28/Μετάφραση-www.proskynitis.blogspot.com
Στή μονή Χοζεβά στα Ιεροσόλυμα, είχανε οι πατέρες αγρυπνία των δύο Ιεραρχών Αθανασίου καί Κυρίλλου, 18 Ιανουαρίου είχανε έλθει στην αγρυπνία κί οι Ασκητές όπως σήμερα έρχονται τίς Κυριακές. Τήν νύκτα είχε βρέξει λίγο. Τό πρωί οί ασκητές πατέρες, μετά την αγρυπνία πήρε ό καθένας τόν τορβά του, μέ τήν ευλογία που τούς παραχωρεί ή Μονή, λίγο λάδι παξιμάδι όσπρια καί ότι άλλο παρηγορητικό ύπάρχει στή Μονή και γυρίζανε στά άσκητήρια τους στή χαράδρα. Τρεις γέροντες έρημίτες, ένας Kpιτικός Βαρνασούφιος καί δυό Πελοποννήσιος Αλέξιος Ιερομόναχος καί πνευματικός ιών ερημιτών πατέρων καί ό μοναχός Ιουστίνος, μείνανε πίσω άπό τούς άλλους ασκητές. Γυρίζοντας έξω από τή μονή είδαν σαληγκάρια. Λέγει ό Γέρων Βαρνασούφιος «Πατέρες δέ μαζεύουμε μερικά σαλιγκάρια νά φάμε τό έδέσιμο τής ημέρας;» Άφησαν τούς τορβάδες καί σκαρφαλωμένοι στά βράχια μάζευαν σαλιγκάρια. Σ’ ένα σημείο ό γέρων Βαρνασούφιος αίσθάνθηκε «άρρητη εύωδία». Ρώτησε τούς άλλους άν αίσθάνθηκαν κί αύτοί άλλά άπάντησαν άρνητικά. Ό Γέρων μέ άπορία δέν μπορούσε νά καταλάβη τί ήταν ή εύωδία. Ή έρημος ήταν κατάξερη, δέν είχε ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, κάτι μυστήριο είχε συμβή. Σέ λίγο διεπίστωσε ότι ή εύωδία έβγαινε άπό μιά μικρή τρύπα, ή όποία είχε δημιουργηθεί μέ τή διάβρωση τού λιγοστού χώματος πού ύπήρχε στήν πλαγιά. Ήταν ή είσοδος τού σπηλαίου, όπου είχαν τοποθετήσει τά λείψανα τών πατέρων πού σφαγιάσθηκαν. Καί ή εύωδία ήταν τών άγίων λειψάνων.
Σιγά σιγά καί οί άλλοι δυό μοναχοί αισθανόντουσαν τήν άρρητη αύτή εύωδία πιό έντονη. Ό Γέρων έφθασε στήν τρύπα χωρίς νά τό θέλει, προσηλωμένος στά σαλιγκάρια, έκεΐ αίσθάνθηκε πιό δυνατή τήν εύωδία. Τότε κατάλαβε ότι εκεί μέσα στήν έρημο κάτι έχει. Άφησε τά σαλιγκάρια χάμω καί μέ τά χέρια του έβγαλε τά χώματα, μεγάλωσε τήν τρύπα καί μέ τήν κοιλιά σέρνοντας, μετά άπό τρία- τέσσερα μέτρα βάθος, βρέθηκε ό Γέρων οτό κενό τού σπηλαίου. Σηκώθηκε κι είδε τά σώματα τών Αγίων άκέραια, μέ τά μαλλιά των καί τίς σάρκες τους, σάν νά τούς είχανε βάλει έκείνην τήν ώραν στό σπήλαιο. Ό Γέρων έσκυψε κι έπιασε ρούχα καί σάρκες, αλλά βλέπει καί στά χέρια του αίματα. Φοβήθηκε ό Γέρων έμεινε ξηρός νομίζοντας ότι είναι φαντασία, δαιμονική πείραξη. Όταν όμως ειδε πώς καί μετά τήν μικρή προσευχή δέ χάθηκαν τότε κατάλαβε ότι είναι οι σφαγιασθέντες πατέρες.
Φώναξε καί τούς άλλους δυό γέροντες, μπήκαν και αύτοί μέσα, είδανε τά άκέραια σώματα, προσκύνησαν καί βγήκαν έξω. Ήλθαν στό μοναστήρι καί είπαν τι και πώς είδαν. Αμέσως ό ήγούμενος κι οί Πατέρες της Μονής μέ θυμιατά, άμφια,καί λαμπάδες, καμπάνες και σήμαντρα, πήγαν στό σπήλαιο. Μπήκαν μέσα και είδαν οστά καθαρά, χωρίς σάρκες καί ράσα. Αλλά μέχρι μερα, ύπάρχουν ρούχα μέ τά αίματα, πόρπες ,ζώνες,τεμάχια άπό τά σχήματα Αρχιερέων, καί τεμάχια απο τα ωμοφόρια. Οί πατέρες γύρισαν στή Μονή καί οί γέροντες ερημίτες γύρισαν στά άσκητήρια τους. Ό Γέρων Βαρσανούφιος πού είχε μπει πρώτος στό σπήλαιο βρισκόταν σέ μεγάλη σκέψη και άπορία καί παρακαλούσε τόν Κύριο κάθε μέρα νά τού δείξει τί είναι αυτοί άραγε σωσμένοι ή κολασμένοι.
Περίεργος ό Γέρων, ύστερα άπό τρεις μήνες στις δύο ή ώρα έκανε τόν έσπερινό του στήν είσοδο του σπηλαίου μέ τό φώς τού ήλιου. Σέ μιά στιγμή άκουσε ο Γέρων φωνή από το βάθος του σπηλαίου να του λέει:”Γέροντα ανέβα στο σπήλαιο για να πληροφορηθείς αυτό που ζητάς”.Ο Γέροντας τρόμαξε και δεν μπορούσε να καταλάβει που τον στέλνει η φωνή και τί νά πληροφορηθεί, καί τί φωνή είν’ αύτή. Κατάμονος ό Γέρων μπήκε στό σπήλαιο. Έμεινε όρθιος μέ τή μαγκούρα σιό στήθος, κί ακουμπισμένος σιήν πατερίτσα του, καί μέ τό κομποσχοίνι στό χέρι, προσευχόταν τρία μερόνυχτα χωρίς νά φάει ούτε νά πιει. Μέ τή γεροντική του κούραση άκούμπησε τό κεφάλι του στήν πατερίτσα καί τόν πήρε ό ύπνος λίγα λεπτά καί βλέπει στό δάπεδο τού σπηλαίου, μεταξύ των άγίων λειψάνων, χιλιάδες καντήλια αναμμένα, κούπες κρυστάλινες καθιστές. Ακόμα βλέπει στό βόρειο μέρος τού σπηλαίου, νέο Μοναχό μέ ράσο καί πού στό ένα χέρι του κρατούσε λαδικό μέ λάδι καί στό άλλο κομμάτι ύφασμα καί μέ κερί άναμμένο, ανανέωνε τά καντήλια καί όπου χρειαζόταν λάδι έβαζε. Τού λέγει ό Γέρων «Ευλόγησον πάτερ». Τού απάντησε ό ξένος μοναχός καντηλανάφτης «Ο Κύριος νά σ’ ευλογεί Γέροντα». Τότε ό π. Βαρσανούφιος τόν ρώτησε τί κάνει έδώ κί εκείνος απάντησε πώς άνάβει τά καντήλια τών πατέρων. Ύστερα τόν ρώτησε από ποιό μοναστήρι είναι κί εκείνος τού είπε πώς είναι άπ’ εδώ στό μοναστήρι αλλά λείπει χρόνια. Πάτερ τού λέει ό γέροντας Βαρσανούφιος «γύρισε πίσω, άφησες στή γωνία τού σπηλαίου κανδήλια σβηστά, άναψε τά». Τότε ό ξένος μοναχός είπε: «Γέροντα, τά είδα ότι είναι σβηστά, δέν μπορώ όμως νά τ’ άνάψω γιατί είναι τών ζώντων πατέρων τής μονής. Είναι κί άυτά μαρτυρικά άλλά όχι μέ αίμα». Τότε ό γέροντας κατάλαβε ότι αύτός δέν είναι μοναχός, άλλά άγιος τού σπηλαίου, «έκ τών κατακειμένων πατέρων», ή Άγγελος Κυρίου. Τότε βλέπει ό γέροντας τόν ξένον Μοναχόν, άνοιξε τό ράσο του, και φάνηκαν οί φτεροϋγες του καί πέταξε. Η φτερούγα κτύπησε τόν γέροντα λίγο στό μέτωπο καί τότε τρομαγμένος ξύπνησε κι είδε τήν σκιάν τού αγγέλου, πού βγήκε άπ’ τό σπήλαιο καί χάθηκε. Όταν ό γέροντας ξύπνησε δέν είδε ούτε τόν άγγελον ούτε τά καντήλια, μόνον τά λείψανα είδε όπως καί προηγουμένως. Ο Θεός έλυσε τήν άπορία τού γέροντα».
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄.
Θείας πίστεως. Ὥσπερ φοίνικες, ἐν τῇ ὀάσει, ὡραΐσατε τὴν ἐν χειμάῤῥῳ, τοῦ Χοῤῥὰθ Ἀββάδες θεῖοι περίοικον, τοῦ Χοζεβᾶ μυρίπνοοι ἴασμοι, οἱ ταῖς αἱμάτων ῥοαῖς ἐξανθήσαντες· ὦ τρισχίλιοι, Πατέρες Ὁσιομάρτυρες, Χριστῷ ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύετε.
Η Μνήμη τους τελείται στις 9 Ιανουαρίου.
Πηγή:ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΙ ΧΟΖΕΒΙΤΑΙ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΑΥΤΩΝ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΙΕΡΙΧΩ